Menu
menu

In the beginning of 2012 an assignment was given at four photographers to work individually on the area of Sfageia, a neighborhood in the west of the city of Thessaloniki that was historically known as Besh Cinar.

In this forgotten neighborhood of Beshcinar, which was later named the Garden of Princess, the concepts of identity and memory seem like pieces of a broken puzzle: poor traces, fragments of space and time spread around under confusion, whereas life there tries to turn a new page and meets the future. What was challenging to me was to convey all these aspects into photographs avoiding to be didactic, use nostalgic clichés or limit the work to a strict documentation. For a photographer, solutions are to be found where his subjects lay, which means on the road. And so I realized that in order to attribute all those aspects that shape the aura of this place I had to combine the two distinctive camera formats I was using. New triptychs of pictures were created using small and medium format film, aiming for a new dialectic, a creative dialogue that would eventually lead into a new individual picture. This unity would be succeeded through completion or opposition. Just as it happens in reality with the true stories of this neighborhood. On the Garden of Princes.

 

Ο Κήπος των Πριγκίπων (2012)

Στις αρχές του 2012 ανατέθηκε σε τέσσερεις φωτογράφους, μεταξύ των οποίων κι εγώ, ν’ αποδώσουν με τη δική τους ματιά την περιοχή των Σφαγείων, το άλλοτε γνωστό Μπεχτσινάρι της Θεσσαλονίκης.

Στο κουφάρι αυτό της πόλης που άλλοτε λεγόταν Μπεχτσινάρ, ή επισης «Ο Κήπος των Πριγκήπων», η ταυτότητα και η μνήμη φαντάζουν σαν  τα κομμάτια ενός διαλυμένου παζλ: θολά ίχνη, σπαράγματα χώρου και χρόνου, ατημέλητα και μπερδεμένα άναρχα στην προσπάθεια της περιοχής να συμβαδίσει με τις ανάγκες του αύριο. Το ζητούμενο ήταν η φωτογραφική τους προσέγγιση χωρίς τον κίνδυνο του διδακτισμού, των νοσταλγικών κλισέ, ή της ψυχρής τεκμηρίωσης. Κι επειδή ο φωτογράφος τη λύση τη βρίσκει εκεί που καλείται να φωτογραφήσει, δηλαδή στο δρόμο, αντιλήφθηκα στην πορεία ότι ένας τρόπος για να σμίξουν τα αντιφατικά κι ετερόκλητα στοιχεία που συνιστούν την αύρα της περιοχής ήταν να συνυπάρξουν τα δύο διαφορετικά φορμά εικόνων που χρησιμοποιούσα στις φωτογραφικές μου αναζητήσεις. Ετσι προέκυψαν φωτογραφικά τρίπτυχα αποτελούμενα από καρέ μικρού και μεσαίου φορμά με στόχο μια νέα διαλεκτική. Εικόνες που πότε αλληλοσυγκρουονται κι άλλοτε αλληλοσυμπληρώνονται στην ανάγκη να συνυπάρξουν σ’ ένα ενιαίο πλαίσιο με δική του ανάγνωση. Όπως ακριβώς συμβαίνει και στην πραγματικότητα με τις αλήθειες αυτής της περιοχής. Του Κήπου των Πριγκήπων.

 

(από τον κατάλογο της έκθεσης σε πρόλογο Ηρακλή Παπαϊωάννου:) “Τα έγχρωμα τρίπτυχα του Αχιλλέα Τηλέγραφου υποδεικνύουν με έναν εξίσου μεταφορικό αλλά πιο ήπιο τρόπο τον χωρικό κερματισμό, αξιοποιώντας προσεκτικά το χρώμα, τη μορφή και το περιεχόμενο για να γεφυρώσουν νοητά τα εύγλωττα χάσματα (στις φωτογραφίες και τον αληθινό τόπο) ανάμεσα στο παρατημένο και το σύγχρονο, το πρόχειρο και το τακτοποιημένο, το μόνιμο και το εφήμερο, η συνεχής διαδοχή των οποίων χαρίζει στην περιοχή έναν ιδιάζοντα χαρακτήρα διαρκούς μεταβατικότητας.”